Επισιτιστική Ανασφάλεια υπό Περιοριστικές Μεταναστευτικές Πολιτικές: Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο και η Περίπτωση της Ελλάδας
Επισιτιστική Ανασφάλεια υπό Περιοριστικές Μεταναστευτικές Πολιτικές: Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο και η Περίπτωση της Ελλάδας. Policy Report 2026.1
Eρευνητική ομάδα:
Κάρολος Φίλιππος Πούχνερ, Δημήτρης Παπανικολάου, Απόστολος Βεΐζης, Χρήστος Ανανιάδης, Βάλια Κυπραίου, Βικτώρια Ζυγούρη, Αλέξης Μπένος, Ηλίας Κονδύλης
Προτεινόμενη βιβλιογραφική παράθεση: Πούχνερ ΚΦ, Παπανικολάου Δ, Βεΐζης Α, Ανανιάδης Χ, Κυπραίου Β, Ζυγούρη Β, Μπένος Α, Κονδύλης Η. Επισιτιστική Ανασφάλεια υπό Περιοριστικές Μεταναστευτικές Πολιτικές: Το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο και η Περίπτωση της Ελλάδας. Θεσσαλονίκη: ΚΕΠΥ – ΙNTERSOS HELLAS. 2026
1. Εισαγωγή
Το ευρωπαϊκό και ελληνικό συγκείμενο για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες
Η Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) αποτελεί σημαντικό προορισμό σύνθετων προσφυγικών και μεταναστευτικών ροών, στις οποίες συμμετέχουν άτομα με ιδιαίτερα διαφορετικά δημογραφικά χαρακτηριστικά, που προέρχονται κυρίως από την Υποσαχάρια Αφρική, την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής και Βορείου Αφρικής, και την Ινδική υποήπειρο. Στο πλαίσιο αυτό, η Ελλάδα λειτουργεί διαχρονικά ως ένα από τα κύρια σημεία εισόδου στα εξωτερικά σύνορα της ΕΕ. Το 2015, οι αφίξεις προσφύγων και μεταναστών στην ΕΕ ξεπέρασαν το ένα εκατομμύριο, με την Ελλάδα να καταγράφει περίπου 856.723 αφίξεις. Έκτοτε, ο αριθμός των αφίξεων μειώθηκε σημαντικά και τα τελευταία χρόνια έχει σταθεροποιηθεί σε επίπεδα αρκετών δεκάδων χιλιάδων ετησίως. Ενδεικτικά, το 2024 καταγράφηκαν περίπου 62.119 αφίξεις (UNHCR, n.d.), ενώ το 2025 η Ελλάδα κατέγραψε περίπου 52.180 αφίξεις και 55.383 αιτήσεις ασύλου (Refugee Support Aegean (RSA), 2025). Παρότι οι σημαντικές, σύνθετες προσφυγικές και μεταναστευτικές ροές αποτελούν εδώ και δεκαετίες σταθερό χαρακτηριστικό του ευρωπαϊκού συγκειμένου και ενδέχεται να συνιστούν απάντηση στη δημογραφική συρρίκνωση και στις προκλήσεις της αγοράς εργασίας που αντιμετωπίζει η Ευρώπη στο σύνολο της, η μεταναστευτική διακυβέρνηση στην ΕΕ και στην Ελλάδα σε μεγάλο βαθμό δεν έχει προσαρμοστεί σε αυτή την πραγματικότητα (Bacci ML, 2018). Οι πρόσφυγες και μετανάστες στην ΕΕ βρίσκονται αντιμέτωποι όχι μόνο με ολοένα και πιο περιοριστικές μεταναστευτικές πολιτικές και ολοένα αυξανόμενη ξενοφοβική ρητορική στον δημόσιο λόγο, αλλά και με σημαντικές δομικές κοινωνικοοικονομικές ανισότητες. (Hernes V, 2026; O’Brien, P, 2025). Τα διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν σταθερά ότι σχεδόν ένας στους δύο πολίτες τρίτων χωρών που διαμένουν στην ΕΕ και στην Ελλάδα βρίσκεται σε κίνδυνο φτώχειας ή κοινωνικού αποκλεισμού, γεγονός που υποδηλώνει διαρκή εμπόδια στην κοινωνική ένταξη και περιορισμένες δυνατότητες κοινωνικής κινητικότητας προς τα ανώτερα κοινωνικοοικονομικά στρώματα (Eurostat, n.d.). Σε συμφωνία με τα στοιχεία αυτά, η πρόσφατη έκθεση του Migrant Integration Policy Index (MIPEX) επισημαίνει ότι οι πολιτικές ένταξης στις 27 χώρες της ΕΕ πληρούν, κατά μέσο όρο, μόλις το ήμισυ των προϋποθέσεων για ένα ευνοϊκό περιβάλλον ένταξης και επομένως σε μεγάλο βαθμό εμποδίζουν τις κοινότητες Π&Μ να συμμετέχουν πλήρως και να ευημερούν στις χώρες όπου έχουν εγκατασταθεί. Η Ελλάδα, ειδικότερα, καταγράφει επίδοση χαμηλότερη ακόμη και από τον ήδη μη ικανοποιητικό ευρωπαϊκό μέσο όρο ως προς τις πολιτικές ένταξης μεταναστών. Η ισότιμη πρόσβαση στην απασχόληση, τη στέγαση και την εκπαίδευση κατοχυρώνεται σε μεγάλο βαθμό τυπικά, όμως η εφαρμογή της παραμένει ανεπαρκής στην πράξη, ενώ σημαντικές διακρίσεις εις βάρος των προσφύγων και μεταναστών εξακολουθούν να υφίστανται. Παράλληλα, οι πρόσφυγες και μετανάστες παραμένουν σχεδόν πλήρως αποκλεισμένοι από την πρόσβαση στην ιθαγένεια και από ευκαιρίες συμμετοχής στον πολιτικό βίο των χωρών υποδοχής (MIPEX, 2025).
Τέλος, η εφαρμογή του Συμφώνου της ΕΕ για τη Μετανάστευση και το Άσυλο, το οποίο τέθηκε σε εφαρμογή τον Ιούνιο του 2026 και εισάγει ένα ακόμη πιο περιοριστικό πλαίσιο, επικεντρωμένο στις διαδικασίες ελέγχου και ταυτοποίησης υπό συνθήκες de facto μαζικής κράτησης, και την ενίσχυση της διαχείρισης εξωτερικών συνόρων και των μηχανισμών επιστροφής, είναι πιθανό να επιδεινώσει περαιτέρω την υλική και νομική επισφάλεια των προσφύγων και μεταναστών που φτάνουν και διαμένουν στην ΕΕ (MSF, 2025; RSA, 2024).
Επισιτιστική ανασφάλεια: ορισμοί και σημασία
Η επισιτιστική ασφάλεια ορίζεται ως η κατάσταση κατά την οποία «όλοι οι άνθρωποι, ανά πάσα στιγμή, έχουν φυσική και οικονομική πρόσβαση σε επαρκή, ασφαλή και θρεπτική τροφή που καλύπτει τις διατροφικές τους ανάγκες και τις διατροφικές τους προτιμήσεις για μια δραστήρια και υγιεινή ζωή». Ο Οργανισμός Τροφίμων και Γεωργίας των Ηνωμένων Εθνών (FAO) αναγνωρίζει, πέρα από τη διαθεσιμότητα τροφίμων σε επαρκείς ποσότητες, την ποιότητα, την οικονομική προσιτότητα, τη διατροφική επάρκεια και τη σταθερότητα της αποθήκευσης και της τροφοδοσίας ως κρίσιμους πυλώνες της επισιτιστικής ασφάλειας.
Επομένως, η επισιτιστική ανασφάλεια δεν αφορά μόνο τη μειωμένη διαθεσιμότητα τροφίμων, η οποία συνδέεται συνήθως με οξείες ανθρωπιστικές κρίσεις και περιοχές που πλήττονται από συγκρούσεις και πολιτική αστάθεια, αλλά και την περιορισμένη κοινωνικοοικονομική πρόσβαση σε ασφαλή και θρεπτικά τρόφιμα, καθώς και τις περιορισμένες δυνατότητες αποθήκευσης και αξιοποίησης της τροφής, καθώς και την έλλειψη σταθερότητας στην παροχή τροφής (FAO, 2023; FAO, 2008; FAO, 2011).
Η επισιτιστική ανασφάλεια μπορεί να έχει τόσο άμεσες όσο και έμμεσες δυσμενείς επιπτώσεις στη ζωή των ανθρώπων που την αντιμετωπίζουν. Οι κοινωνικοοικονομικές συνέπειές της, μεταξύ των οποίων συγκαταλέγεται η ανάγκη για δύσκολες επιλογές μεταξύ ανταγωνιστικών βασικών αναγκών (π.χ. τροφή και στέγαση), συμβάλλουν στη φτώχεια, την περιθωριοποίηση και τον κοινωνικό αποκλεισμό. Επιπλέον, η επισιτιστική ανασφάλεια υπονομεύει την υγεία, ιδιαίτερα των παιδιών, και γι’ αυτό θεωρείται σημαντικός παράγοντας κινδύνου για διαταραχές στην παιδική ανάπτυξη και για κακή σωματική και ψυχική υγεία στην ενήλικη ζωή. Από επιδημιολογική άποψη, η δυσθρεψία, στις διάφορες μορφές και εκδηλώσεις της (π.χ. χαμηλό βάρος, οξύς υποσιτισμός, καθυστέρηση ανάπτυξης, ελλείψεις μικροθρεπτικών συστατικών και παχυσαρκία), μαζί με τις καλά τεκμηριωμένες και πολυδιάστατες δυσμενείς συνέπειές της για την υγεία, αποτελεί έναν από τους πιο αξιόπιστους δείκτες παρατεταμένης ή/και επαναλαμβανόμενης έκθεσης σε επισιτιστική ανασφάλεια, αντανακλώντας τον σωρευτικό και συχνά καταστροφικό αντίκτυπό της στην υγεία (Freedman DA et al, 2013; Gallegos D, 2025).
2. Επισιτιστική ανασφάλεια μεταξύ προσφύγων και μεταναστών στην Ευρώπη και την Ελλάδα: ένα μείζον ζήτημα δημόσιας υγείας και κοινωνικής πολιτικής
Κατανόηση της διττής ευαλωτότητας
Τ α διαθέσιμα στοιχεία δείχνουν ότι οι πρόσφυγες και μετανάστες είναι ιδιαίτερα ευάλωτοι στην επισιτιστική ανασφάλεια (Anderson L, 2014; Crush J, 2017). Με βάση τον ορισμό του FAO, η επισιτιστική ανασφάλεια μεταξύ των προσφύγων και μεταναστών δεν θα πρέπει να νοείται μόνο ως ζήτημα διαθεσιμότητας, αλλά κυρίως ως αποτέλεσμα των συνθηκών υπό τις οποίες τα τρόφιμα είναι προσβάσιμα, αξιοποιούνται και μπορούν να αποθηκευτούν με την πάροδο του χρόνου (FAO, 2008; FAO, 2011). Υπό αυτή την έννοια, το επίπεδο επισιτιστικής ασφάλειας συνδέεται στενά με το ευρύτερο υλικό και θεσμικό περιβάλλον στο οποίο ζουν οι πρόσφυγες και μετανάστες, συμπεριλαμβανομένων παραγόντων όπως η στέγαση, το εισόδημα, το νομικό καθεστώς καθώς και οι δυνατότητες πρόσβασης στην απασχόληση, την υγειονομική περίθαλψη, την κοινωνική προστασία και τα συστήματα πρόνοιας. Συνεπώς, παρότι οι πρόσφυγες και μετανάστες στην ΕΕ και την Ελλάδα σπάνια εκτίθενται σε
